56 σφαίρες για τους Ρασταφάρι…

Κάθε φόνος, όπως και κάθε περίτεχνη µυθιστορηµατική αφήγηση, εξάπτει τη φαντασία µας και µας προκαλεί έντονες συναισθηµατικές αντιδράσεις, όχι µόνο για όσα αποκαλύπτονται, αλλά και για όσα παραµένουν δυσδιάκριτα ή εκλείπουν εντελώς από τις ιατροδικαστικές αναφορές, τα ειδησεογραφικά δελτία και τις αφηγηµατικές τεχνικές που χρησιµοποιεί ο συγγραφέας για να µας καθοδηγήσει ή να µας αποπροσανατολίσει.

[56 σφαίρες για τους Ρασταφάρι / Μέρος Ά / Tου Λάµπρου Φάτση*]

Κι ενώ διαβάζουµε ανυποψίαστοι µε την ελπίδα πως θα γνωρίσουµε τους χαρακτήρες, το περιβάλλον, τη δράση και τη στάση ζωής τους, ανακαλύπτουµε σταδιακά πως, ακόµα κι όταν το έγκληµα έχει πλέον εξιχνιαστεί, πολλές σηµαντικές λεπτοµέρειες µάς έχουν διαφύγει, εντείνοντας την περιέργειά µας για όποια –πιθανή– πληροφορία εξακολουθεί να παραµένει στο σκοτάδι.

Η Σύντοµη Ιστορία Επτά Φόνων, του Mάρλον Tζέιµς, αποτελεί εξαιρετικό παράδειγµα τέτοιας λογοτεχνικής ίντριγκας, όχι µόνο επειδή δεν είναι σύντοµη, δεν είναι «Iστορία» και δεν περιγράφει µόνο επτά (!) φόνους, αλλά και επειδή η αφήγηση, η εικονοποιία και οι διακειµενικές αναφορές του βιβλίου είναι βουτηγµένες στην οµιχλώδη ατµόσφαιρα της ιστορίας, της κουλτούρας και της ανθρωπογεωγραφίας της Τζαµάικας.

Μια εισαγωγική απόπειρα σε επτά µέρη αποδεικνύεται, λοιπόν, αναγκαία για να κατατοπίσει τον αναγνώστη που θέλει να εξοικειωθεί µε το ιστορικό πλαίσιο, το αποικιοκρατικό παρελθόν, την πολιτική βία, τη µουσική κουλτούρα, το κίνηµα του Ρασταφαριανισµού και τον «υπόκοσµο» του νησιού· κλείνουµε µε µια σύντοµη αναφορά στον Mποµπ Mάρλεϊ, η παρουσία του οποίου διατρέχει το µυθιστόρηµα χωρίς ακριβώς να πρωταγωνιστεί σε αυτό.

 

3 Δεκέμβρη του 1976 δυο αυτοκίνητα σταματούν έξω από το σπίτι του Μπομπ Μάρλεϊ, στο Κίνγκστον της Τζαμάικας. Βγαίνουν από μέσα επτά τύποι με όπλα -ή μήπως οκτώ;- ορμούν στο σπίτι και με 56 πυροβολισμούς επιχειρούν να τον δολοφονήσουν, αλλά δεν τα καταφέρνουν. Οι δράστες παρέμειναν άγνωστοι και ασύλληπτοι.

Ι. Ιστορικό πλαίσιο

Aν και η πιο ενδιαφέρουσα Iστορία της Τζαµάικας δεν ανήκει σε κάποιον επαγγελµατία ιστορικό, αλλά στον τραγουδιστή Early B, που στο οµώνυµο τραγούδι του την περιγράφει ως «ένα νησί, στην Καραϊβική … εφτακόσια µίλια από το Μαϊαµί», η καλύτερη περιγραφή του νησιού ανήκει µάλλον στον Χριστόφορο Κολόµβο. Όταν του ζητήθηκε να περιγράψει το νησί που «ανακάλυψε» περί τα τέλη του 15ου αιώνα µ.Χ., ο γενοβέζος θαλασσοπόρος τσαλάκωσε µια κόλλα χαρτί για να παραστήσει τις κοιλάδες, τα φαράγγια και τα βουνά που καλύπτουν το 70% της επιφάνειας του νησιού.

H περιγραφή αυτή, όµως, αποτυπώνει µε σχετική ακρίβεια και την ευρύτερη ιστορική και πολιτισµική ταυτότητα του νησιού ενάντια στα κλισέ των ταξιδιωτικών εντύπων, των κινηµατογραφικών ταινιών και πολλών µυθιστορηµάτων που σκηνοθετούν την Τζαµάικα στερεοτυπικά ως έναν εξωτικό παράδεισο µε χρυσαφένιες αµµουδιές, γαλαζοπράσινα νερά, τροπικά φρούτα, χρωµατιστά κοκτέιλ και ζωηρά καλύψο α λα Xάρι Mπελαφόντε ή α λα Pόµπερτ Mίτσαµ.

Η πραγµατικότητα, βεβαίως, διαφέρει και είναι σαφώς πιο πολυσύνθετη απ’ όσο επιτρέπει µια αισθησιακή, αφελής και συχνά επιφανειακή, αν όχι και υποτιµητική, µατιά σ’ ένα νησί που, όπως κάθε τόπος, βρίθει ιδιαιτεροτήτων που αξίζει να υπογραµµιστούν, ιδίως αν θέλουµε να τον γνωρίσουµε σε όλες του τις διαστάσεις.

Απαραίτητη προϋπόθεση για µια τέτοια διεισδυτική µατιά είναι και η αποστασιοποίησή µας από πορτρέτα της Τζαµάικας, όπως και των υπόλοιπων νησιών της Καραϊβικής, που θυµίζουν τις περιπέτειες του Ροβινσώνα Κρούσου, το Νησί των Θησαυρών, του P.Λ. Στίβενσον, ή τις βίλες διασηµοτήτων όπως του Έρολ Φλιν ή του Ίαν Φλέµινγκ.

Το ίδιο, βεβαίως, ισχύει και για το εµπορικό-τουριστικό τρίπτυχο: κάνναβη, ρέγκε και Mποµπ Mάρλεϊ, που παραπληροφορεί περισσότερο απ’ όσο δίνει ακριβείς οδηγίες προς ναυτιλλοµένους.

Με επίκεντρο την απόπειρα δολοφονίας του Μάρλεϊ, ο Μάρλον Τζέιμς γράφει μια ιστορία στην οποία εμπλέκονται πράκτορες μυστικών υπηρεσιών, γκάνγκστερ, έμποροι ναρκωτικών, πολιτικοί, εκτελεστές, ένας δημοσιογράφος, μια περίεργη νοσοκόμα και το φάντασμα ενός δολοφονημένου που ξέρει πολλά… || Το κείμενο που διαβάζετε αποτελεί την εισαγωγή του βιβλίου.

ΙI. Αποικιοκρατικό παρελθόν

Στον αντίποδα µιας τέτοιας ανάλαφρης απεικόνισης της Τζαµάικας βρίσκεται η ιστορία της, µια ιστορία που διαµορφώθηκε από την αποικιοκρατική βία. Παρόλο που η Τζαµάικα υπήρχε ως γεωγραφική περιοχή και πριν από την άφιξη διαφόρων ευρωπαίων εξερευνητών, θα είχε εξελιχθεί εντελώς διαφορετικά αν φιλόδοξοι καπετάνιοι από την Αγγλία, την Ολλανδία, και την Ισπανία δεν αποφάσιζαν να «ανακαλύψουν» µακρινές περιοχές του πλανήτη, µερικές, µάλιστα, κατά τύχην.

Αξίζει να θυµηθούµε πως τα νησιά της Καραϊβικής ονοµάστηκαν ∆υτικές Ινδίες λόγω της εσφαλµένης πεποίθησης του Κολόµβου πως αγκυροβόλησε στα «νησιά της Ινδίας, πέρα από τον Γάγγη». Η καλή τύχη των ευρωπαίων αποικιοκρατών, όµως, µεταφράστηκε άµεσα σε κακή τύχη για τους ιθαγενείς πληθυσµούς των ινδιάνικων φυλών Tάινο, Kαρίµπ και Aραουάκ, που αφανίστηκαν και αντικαταστάθηκαν από µισθωµένους εργάτες που µεταφέρθηκαν «εν υποτελεία» από την Ινδία, την Αφρική, την Κίνα, τη Συρία, τη Λιβύη και την Ιρλανδία.

Έτσι, λοιπόν, η Τζαµάικα από άγνωστο νησί σ’ ένα µακρινό αρχιπέλαγος µεταµορφώθηκε σε τρόπαιο των αποικιοκρατών, αλλά και σε τόπο γενοκτονίας των αυτοχθόνων και τόπο εξορίας για τους σκλάβους που εργάζονταν στις φυτείες ζαχαροκάλαµου προς όφελος των γαιοκτηµόνων και των εµπόρων, µετατρέποντας έτσι σταδιακά τη δουλεία σε κερδοφόρο οικονοµικό σύστηµα, που τροφοδότησε την εξέλιξη της βαριάς βιοµηχανίας στην Ευρώπη.

H αποικιοκρατία όµως, πέρα από τον πλούτο που συσσώρευσε στις ευρωπαϊκές µητροπόλεις, πυροδότησε και εξεγέρσεις, όπως τους δύο Πολέµους των Φυγάδων (1731 και 1795), την Εξέγερση του Πάσχα (1760), την Εξέγερση των Χριστουγέννων (1831) και την Εξέγερση του Mόραντ Mπέι (1865), µε πρωταγωνιστές τη θρυλική «Γιαγιά των Φυγάδων» (Nanny of the Maroons), τον Σαµ Σαρπ και τον Πολ Mπογκλ, που τιµήθηκαν ως εθνικοί ήρωες από το κράτος της Tζαµάικας το 1982 και το 1969 αντίστοιχα.

 Mία από τις εκπομπές του Λάμπρου Φάτση στο radiobubble, η καλύτερη συνοδεία για την ανάγνωση του άρθρου.

ΙΙΙ. Το κίνηµα του Ρασταφαριανισµού

Η καταπίεση που άσκησε η αποικιοκρατική εξουσία δεν επέφερε µόνο το ξέσπασµα ανταρτοπολέµων, αλλά προλείανε και το έδαφος για τη διαµόρφωση του κινήµατος του Ρασταφαριανισµού, που εµπνέεται από διάφορες πολιτικές, θεολογικές και φιλοσοφικές ιδέες.

Οι Ρασταφαριανοί αποκηρύττουν την Τζαµάικα ως πατρίδα τους, θεωρώντας την τόπο αιχµαλωσίας (Βαβυλώνα/ Babylon), και ζουν µε την προσδοκία της επιστροφής στη γη των προγόνων τους, τη Σιών (Zion), που αντιστοιχεί στην Αφρική (την Αιθιοπία της Βίβλου). Σύµφωνα µε την αφροκεντρική θεολογία του Ρασταφαριανισµού, οι όροι «Αφρική» και «Αιθιοπία» χρησιµοποιούνται εναλλάξ και αναφέρονται στον γενέθλιο τόπο του Θεού (Jah/Γιαχβέ), ή του Pας Tαφάρι Mακόνεν, όπως λεγόταν ο αυτοκράτορας της Αιθιοπίας Xαϊλέ Σελασιέ (1892-1975) πριν από την ενθρόνισή του, το 1930.

Η λατρεία του Σελασιέ ως Θεού επί της Γης οφείλεται στην προφητεία του παναφρικανιστή πολιτικού ακτιβιστή Mάρκους Γκάρβεϊ, ο οποίος ισχυριζόταν πως ο επόµενος βασιλιάς που θα «ανέβει» στο θρόνο στην Αφρική θα είναι και ο «Λυτρωτής» που θα απελευθερώσει (συµβολικά) τους «εξόριστους» (Israelites) από τη «βαβυλώνια αιχµαλωσία».

Οι προσήλυτοι Pασταφαριανοί, λοιπόν, αντιµετώπισαν τη στέψη του Σελασιέ ως την εκπλήρωση της γκαρβεϊκής προφητείας και τον ανακήρυξαν Μεσσία και ενσάρκωση του Θεού, εγκαθιδρύοντας έτσι τον Ρασταφαριανισµό ως θρησκευτικό δόγµα που δανείστηκε το βαφτιστικό όνοµα του Xαϊλέ Σελασιέ και επισηµοποιήθηκε µε την άνοδο του τελευταίου στον θρόνο.

Η ιδιότυπη αυτή ερµηνεία της Βίβλου µε κεντρικό άξονα την Αφρική δεν εξαντλείται στη θεολογική της διάσταση, αλλά καλλιεργεί και την πολιτική συνείδηση των Ρασταφαριανών επαναπροσδιορίζοντας τον επαναπατρισµό ως απελευθερωτική έννοια, επιφυλάσσοντας παράλληλα απαξιωτικές αναφορές στο καθεστώς της σκλαβιάς το οποίο και συνέβαλε στην «οικοδόµηση» της Τζαµάικας ως σύγχρονου κράτους.

Κούβα και Τζαμάικα σε παλαιό χάρτη

Ο ποιητής και µουσικός Tζο Pάγκλας (Joe Ruglass), µέλος του συγκροτήµατος Mystic Revelation of Rastafari, αποδίδει θαυµάσια το αίσθηµα του ξεριζωµού που εκφράζει ο Ρασταφαριανισµός τόσο ως θρησκευτική λατρεία, όσο και ως πολιτική έκφραση,επιµένοντας πως «η Τζαµάικα είναι µεν νησί» (island), αλλά «δεν είναι το δικό µου νησί» (Iland).

Εκτός από την ιδιαίτερη ερµηνεία της Βίβλου και την αντιπαράθεση µ’ ένα πολιτικό σύστηµα που βασίστηκε σε αιώνες καταπίεσης, ο Ρασταφαριανισµός απορρίπτει επίσης και τις επικρατούσες γλωσσικές συνήθειες, εφευρίσκοντας ένα νέο λεξιλόγιο που ν’ αντιστοιχεί στις φιλοσοφικές αρχές του κινήµατος.

Έτσι, λοιπόν, µια ιδιαίτερη διάλεκτος δηµιουργείται µε σκοπό να αντιστρέψει κληρονοµηµένες συνήθειες στην καθηµερινή χρήση της γλώσσας προσαρµόζοντας το νόηµα των λέξεων στην ιδεολογία του Ρασταφαριανισµού.

Η βασική αρχή που διέπει τη γλώσσα του Ρασταφαριανισµού είναι ο εξοστρακισµός του κατεστηµένου στη χρήση της και η αντικατάσταση των επιβεβληµένων νοηµάτων µε ένα λεξιλόγιο που θυµίζει στους οµιλητές τις αφρικανικές τους ρίζες, έστω κι αν βασική γλώσσα παραµένει η αγγλική1.

Όταν ζητήθηκε στο Χριστόφορο Κολόµβο να περιγράψει το νησί που «ανακάλυψε» περί τα τέλη του 15ου αιώνα µΧ, αυτός τσαλάκωσε µια κόλλα χαρτί για να παραστήσει τις κοιλάδες, τα φαράγγια και τα βουνά που καλύπτουν το 70% της επιφάνειας της…

Αυτό µπορεί να φαντάζει παράδοξο, αλλά ταυτόχρονα εκφράζει και το κενό που δηµιούργησε ο ξεριζωµός των µαύρων σκλάβων από την πατρίδα τους, την Αφρική. Ιδιαίτερη έµφαση δίνεται στο θετικό µήνυµα που πρέπει να εκφράζει η γλώσσα, στη χρήση προσωπικών αντωνυµιών (I, εγώ), αλλά και στην «ολότητα» του κινήµατος, έτσι ώστε η ατοµική ακεραιότητα (εγώ) να πηγάζει από τη συλλογικότητα (εµείς) του κινήµατος και αντιστρόφως.

Λέξεις όπως forward («εµπρός») χρησιµοποιούνται συχνά για να υπογραµµίσουν την προοδευτικότητα του Ρασταφαριανισµού, ενώ το Ι(«εγώ») µετατρέπεται σε I and I («εγώ κι εγώ»), υποδηλώνοντας τη δισυπόστατη (ανθρώπινη και θεϊκή) φύση των ρασταφαριανών. Eπίσης, το me and you («εγώ κι εσύ») µετατρέπεται κι αυτό σε I and I («εγώ κι εγώ»), εκφράζοντας ενότητα µεταξύ ηµών και υµών.

Γινόµαστε «εµείς» όταν παραµένουµε «εγώ» µε το βλέµµα στραµµένο στην κοινή µας ζωή. Η χρήση της προσωπικής αντωνυµίας, λοιπόν, εκφράζει µεν τη µοναδικότητα του καθενός, χωρίς όµως να ερµηνεύεται εγωκεντρικά. Αντιθέτως µάλιστα, η ακεραιότητα του καθενός θεωρείται βασικό συστατικό της συλλογικής ζωής. Λέξεις που υποδηλώνουν υποτέλεια επίσης αποκτούν θετικό πρόσηµο, όπως π.χ. η λέξη understand («κατανοώ») που µετατρέπεται σε overstand («επινοώ»), ενώ αρνητικές έννοιες όπως oppression («καταπίεση») µεταφέρονται εµφατικά ως downpression («κατωπίεση»)2.

Φωτογραφία των Μάου Μάου από την εξέγερση εναντίον των Bρετανών στην Κένυα το 1952. Σύμφωνα με μια άποψη οι ρασταφαριανοί υιοθέτησαν τα ντρέντλοκς από τους πολεµιστές αυτούς.

Αξίζει, µάλιστα, ν’ αναφέρουµε ότι και η ίδια η ονοµασία του κινήµατος του Ρασταφαριανισµού εκφράζεται µέσα από το λεξιλόγιο που δηµιουργήθηκε, έτσι ώστε η λέξη Rastafari να µπορεί να γράφεται και να νοείται και ως Rastafar-I, τονίζοντας έτσι τη σηµασία των προσωπικών αντωνυµιών στη ρασταφαριανική διάλεκτο. Σύµφωνα µε τις ίδιες αρχές, ο Ρασταφαριανισµός αποκαλείται από τους οπαδούς του αποκλειστικά και µόνο «κίνηµα Pασταφαράι», αφού κάθε λέξη που τελειώνει σε «-ισµό» υποδηλώνει δογµατισµό και διχασµό, κάτι που το ίδιο το … δόγµα του κινήµατος θεωρητικά αντιστρατεύεται.

Πέρα από τις γλωσσικές ιδιαιτερότητες που παρουσιάζει το κίνηµα, που παράτυπα εδώ αποκαλούµε Ρασταφαριανισµό, θα πρέπει να σταθούµε και σε µια ακόµα σηµαντική του πτυχή που αφορά στη θρησκευτική του τελετουργία. Αν και κάθε παρακλάδι του Ρασταφαριανισµού διαφέρει, οι οµαδικοί διαλογισµοί (groundations) αποτελούν κοινό τόπο και συνοδεύονται από τη θυσιαστήρια προσφορά και τη χρήση της κάνναβης (ganja) ως ιερού φυτού που ανακουφίζει πολλές ασθένειες και φέρνει τον άνθρωπο πιο κοντά στον Θεό (Jah).

Οι οµαδικοί αυτοί διαλογισµοί συνοδεύονται συχνά από ψαλµούς (chants) και κρουστά (nyahbinghi drums), που δεν συνοδεύουν µόνο την απαγγελία αποσπασµάτων της Βίβλου, αλλά συµβάλλουν και στον εξορκισµό της καταπίεσης από το «λευκό κατεστηµένο». Άλλωστε η ίδια η λέξη nyahbinghiσηµαίνει «θάνατος στους λευκούς καταπιεστές» και πηγάζει από τα πιο ακραία ρεύµατα του Ρασταφαριανισµού, όπως, για παράδειγµα, την οργάνωση Youth Black Faith που ιδρύθηκε το 1949 από ένθερµους ράστα.

Πολεμιστές Μάου Μάου στην Κένυα

Η πλειονότητα των ρασταφαριανών, ωστόσο, επιφυλάσσει µια πιο ειρηνική ερµηνεία του δόγµατος – ανάλογα µε τη σέχτα στην οποία ανήκει ο καθένας.

Ένα ακόµα χαρακτηριστικό γνώρισµα των ρασταφαριανών είναι και η κόµµωσή τους, που θεωρείται κάτι το ιερό και αποτελεί αναπόσπαστο κοµµάτι της ταυτότητάς τους. Οι ρασταφαριανοί αφήνουν µακριά µαλλιά, µε τα οποία αργότερα δηµιουργούν πλεξίδες, τα ντρέντλοκς, που εκ παραδροµής ονοµάζονται «ράστα» στα ελληνικά.

Αν και οι ερµηνείες ποικίλλουν σχετικά µε τον συµβολισµό των ντρέντλοκς, πολλοί θεωρούν πως συµβολίζουν τη χαίτη του λιονταριού και προσδίδουν άγρια όψη, κάτι που υποστηρίζεται και από την ερµηνεία της λέξης ντρεντ (dread) που σηµαίνει «φόβος» και δίνει µια πιο µαχητική διάσταση στην ερµηνεία των ντρέντλοκς.

Αυτή η άποψη συνάδει µάλιστα και µε τον ισχυρισµό πως οι ρασταφαριανοί υιοθέτησαν τα ντρέντλοκς από τους πολεµιστές Μάου Μάου, στην οµώνυµη εξέγερση εναντίον των Bρετανών στην Κένυα το 1952. Συνοψίζοντας, το κίνηµα του Ρασταφαριανισµού συνδυάζει τον θρησκευτικό µυστικισµό και την πολιτική χειραφέτηση, µε ουτοπικές φιλοσοφικές αρχές που αποτυπώνονται θαυµάσια στους στίχους του «I’m a Revolutionist», του Φρέντι MακΓκρέγκορ:

Είµαι επαναστάτης, µακριά από αυτούς

Εγώ δεν συνδιαλέγοµαι µε τον καπιταλισµό,

είµαι ρασταφαριανός

Είµαι επαναστάτης,

µακριά από αυτούς

Εγώ δεν συνδιαλέγοµαι µε τον καπιταλισµό,

θα επαναπατριστώ

(…)

Άνοιξε τα µάτια σου και πολέµησε για τα δικαιώµατά σου,

ή ζήσε για να πεθάνεις.

* O Λάµπρος Φάτσης είναι λέκτορας Κοινωνιολογίας και Εγκληµατολογίας στο University of Southampton. Είναι επίσης γνωστός ως αφοσιωµένος δισκωρύχος και δισκοθέτης (ρέγκε selector) µε το ψευδώνυµο Boulevard Soundsystem. Από το 2010 µέχρι το 2014 παρουσίαζε τις ραδιοφωνικές εκποµπές «Dub le Bubble» και «At Home with Boulevard Soundsystem» στο radiobubble.gr, αφιερωµένες στην ιστορία και την εξέλιξη της τζαµαϊκάνικης µουσικής, και έχει συνεργαστεί µε πολλά εγχώρια και παγκόσµια ονόµατα της ρέγκε όπως: Anna Mystic, Blend Mishkin, Brother Culture, Champian (Tighten Up), MC Trooper, MC Ishu, Serocee, Roots Garden Soundsystem (Roots Garden Records), Richie Phoe, και DJ Cut La Vis (Nice Up Records).

Oι εκπομπές του Λάμπρου Φάτση στο radiobubble

1. Αν και η επίσηµη γλώσσα της Τζαµάικας είναι τα αγγλικά, την καθοµιλουµένη µονοπωλούν τα τζαµαϊκάνικα πατουά (patois), ένα κρεολικό ιδίωµα, παρόµοιο µε τα «σπασµένα αγγλικά» (broken/pidgin English) που συναντά κανείς στις περισσότερες χώρες της Καραϊβικής. Τα τζαµαϊκάνικα πατουά προέκυψαν από τη µίξη των αγγλικών µε γλώσσες από την ∆υτική και Κεντρική Αφρική, ως ένα ακόµα πολιτισµικό προϊόν που προέκυψε από την «συναναστροφή» των σκλάβων µε τους βρετανούς αποικιοκράτες.
Τα πατουά, λοιπόν, ξεχωρίζουν λόγω διαφορών στην τονικότητα, την προφορά και το συντακτικό, ενώ βρίθουν αναφορών σε αφρικανικές παροιµίες και αποσπάσµατα από τη Βίβλο. Λέξεις όπως «boy» (αγόρι) και «girl» (κορίτσι) προφέρονται ως «bwoy» και «gyal» αντίστοιχα, ενώ φράσεις χαιρετισµού όπως το «what’s going on» (τι τρέχει;) αποδίδονται ως «wha’gwaan». Παρ’ ότι τα πατουά αναφέρονται στερεοτυπικά ως υποδεέστερη διάλεκτος της επίσηµης αγγλικής γλώσσας, λόγιοι και λογοτέχνες όπως ο Έντουαρντ Καµάου Μπράθγουέιτ και ο Μέρβιν Μόρις αρνούνται αυτόν τον ισχυρισµό επιµένοντας πως τα πατουά αντιπροσωπεύουν την «εθνογλώσσα» (nation language) της Καραϊβικής κι όχι κάποιο «κατώτερο» γλωσσικό ιδίωµα.
Χαρακτηριστικά παραδείγµατα των πατουά, εκτός από την καθηµερινή τους χρήση, θα βρει κανείς τόσο στην προφορική παράδοση του νησιού, όσο και στη λογοτεχνία της, όπως την αντιπροσωπεύουν η λαογράφος-ποιήτρια Μις Λου (Λουίζ Μπένετ) και επιφανείς συγγραφείς σαν τον Β.Σ. Ριντ, τον Σαµ Σέλβον και την Τζιν Μπίντα Μπριζ.
2. Στο βιβλίο συναντάται ένα αντίστοιχο παράδειγµα µε τη χρήση της λέξης «dedicate» (αφιερώνω) και «dedication» (καθαγιασµός), που µετατρέπονται σε «livicate» (ενιερώνω) και «livication» (εναγιασµός) ως προϊόν συνήχησης, αλλά και γραµµατικής σύγχυσης της συλλαβής «ded» µε τη λέξη «dead» (νεκρός).
*Το κείμενο του Λάμπρου Φάτση γράφτηκε ως εισαγωγή στο βιβλίο «Η σύντομη ιστορία επτά φόνων» των εκδόσεων Αίολος